Ξυλομπογιά DeMy

Ξυλομπογιά DeMy
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Σχολείο απέσυρε τα βιβλία του Χάρι Πότερ μετά από συμβουλές εξορκιστών


Το σχολείο αφαίρεσε τα βιβλία του Χάρι Πότερ από τη βιβλιοθήκη του καθώς θεωρεί ότι περιλαμβάνει «πραγματικές κατάρες και ξόρκια που αν διαβαστούν από άνθρωπο μπορούν να προκαλέσουν τα κακά πνεύματα».   



Πρόκειται για το ιδιωτικό καθολικό σχολείο στο Νάσβιλ των ΗΠΑ   St. Edward Catholic School, του οποίου οι μαθητές δεν θα μπορούν πλέον να δανείζονται από την σχολική βιβλιοθήκη τους επτά τόμους της δημοφιλούς σειράς, καθώς το σχολείο θεωρεί πως τα ξόρκια που έγραψε η Τζόαν Ρόουλινγκ είναι αληθινά.

Σύμφωνα με την τοπική εφημερίδα The Tennessean ο πάστορας του σχολείου έστειλε e-mail στους γονείς των μαθητών υποστηρίζοντας ότι αρκετοί εξορκιστές, με τους οποίους ήρθε σε επαφή, τον συμβούλεψαν να αποσύρει τα βιβλία από τα ράφια της βιβλιοθήκης. Σύμφωνα με τον Αιδεσιμότατο Dan Reehil «οι κατάρες και τα ξόρκια στα βιβλία είναι πραγματικές» και με την επίκλησή τους ο αναγνώστης μπορεί να προκαλέσει τα κακά πνεύματα.

Η Rebecca Hammel, σύμβουλος για τα τα σχολεία της καθολικής επισκοπής του Νάσβιλ, ανέφερε ότι ο Αιδεσιμότατος Dan Reehil έστειλε το e-mail μετά από αίτημα γονέα και υποστήριξε πως η πράξη του ήταν εντός των αρμοδιοτήτων του.    

Η Rebecca Hammel ανέφερε ότι αν οι γονείς πιστεύουν ότι τα βιβλία είναι κατάλληλα για τα παιδιά τους τότε «διατηρούμε την ελπίδα ότι θα καθοδηγήσουν τους γιους τους και τις κόρες τους στο να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους μέσα από το πρίσμα της πίστης μας».    

Η ίδια δεν χαρακτηρίζει την αφαίρεση των βιβλίων  ως λογοκρισία αλλά ως μία κίνηση που εξασφαλίζει ότι στις σχολικές βιβλιοθήκες θα υπάρχουν βιβλία κατάλληλα για την ηλικία των μαθητών.   


Περισσότερα: lifo.gr

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Ένας ήρωας comics γίνεται ο επόμενος υπερήρωας της σχολικής τάξης


Μπορεί να σας φαίνεται πως τα comics είναι φορτωμένα υπερήρωες, παράξενα πλάσματα και κάπως ανόητα αστεία, αλλά ίσως δεν γνωρίζετε πως πλέον χρησιμοποιούνται -και με σημαντικά αποτελέσματα!- σε πολλές σχολικές τάξεις και αμφιθέατρα διαλέξεων σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατη έρευνα επιστημόνων του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ της Βρετανίας, εξηγεί το γιατί.


Όπως ανακάλυψαν οι ερευνητές, η χρήση βιβλίων comics βοηθά τους μαθητές να θυμούνται περισσότερες πληροφορίες, ενώ η μέθοδος ξεπερνά σε αποτελέσματα τόσο το απλό, στεγνό κείμενο, όσο και τον τυχαίο συνδυασμό κειμένου και εικόνων.

Η έρευνα δείχνει πως ο τρόπος με τον οποίο δομείται ένα comic book -περιλαμβάνοντας έναν ειδικό συνδυασμό κειμένου-εικόνων με συγκεκριμένη σειρά, δηλαδή μια ιστορία- ενισχύει την ικανότητα των μαθητών να θυμούνται πληροφορίες.

Πώς λειτουργούν τα comics;

Υπάρχουν συγκεκριμένες, θεωρητικές αιτίες, για τις οποίες τα comics μεταλαμπαδεύουν αποτελεσματικότερα τη γνώση στους μαθητές. Μεγάλο ρόλο παίζει η λεγόμενη Θεωρία Διπλής Κωδικοποίησης (dual coding theory).

Πρόκειται για την ιδέα πως διαχειριζόμαστε καλύτερα υλικό που μας παρουσιάζεται τόσο με λόγο όσο και με εικόνα. Και ο Allan Paivio, ο γνωστικός ψυχολόγος που ανέπτυξε τη θεωρία, 


Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν μπορούσε-είμαστε όλοι εν δυνάμει ήρωες


Τα παιδιά ήταν μόνα. Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα 18 χρόνων, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.


Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να τής προτείνει μια βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμόντουσαν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.

Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρόνων, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στη μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.

Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα του σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα – το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω από την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ΄το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν΄ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε. Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδελφό του σε ελάχιστα λεπτά.

Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. Έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.

Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδελφό του από κει μέσα. Προσπάθησε ν’νοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι. Ήταν αδύνατο, όμως, για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια. Ακόμα κι αν τα κατάφερνε, θα’πρεπε να ξεμπλέξει και με τη σήτα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.

Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
– Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά να σχίσει τη σήτα;
– Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
– Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;
– Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;
Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:

«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν μπορούσε»…

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ιστορίες να σκεφτείς», εκδ. Όπερα, 2008

Πηγή: themamagers.gr

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Πρόγραμμα σχολικής δανειστικής βιβλιοθήκης

Xρειάζεστε ένα ειδικό πρόγραμμα για την καταγραφή των βιβλίων της σχολικής σας βιβλιοθήκης; Δεν έχετε παρά να το κατεβάσετε δωρεάν από ΕΔΩ. Πρόκειται για πρόγραμμα ειδικό για σχολικές δανειστικές ή μη βιβλιοθήκες που είναι απλό, εύχρηστο και λειτουργικό.

Οδηγίες: Αν κατά την προσπάθεια εγκατάστασης δε δέχεται να σας συνδέσει το αρχείο mylibrarydata σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το δίσκο σας και τα δικαιώματα. Απλώς φτιάξτε έναν καινούριο φάκελο, που μπορείτε να τον ονομάσετε π.χ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, μέσα στο C ή στο D σας και ξανακάνετε την εγκατάσταση. Όταν σας ρωτήσει πού να κάνει την εγκατάσταση του προγράμματος ζητήστε του να την κάνει στον καινούριο φάκελο που φτιάξατε και ακολουθήστε την ίδια διαδικασία. Από δω όλα θα τρέξουν κανονικά και θα μπορέσετε εύκολα να συνδέσετε το πρόγραμμα με το φάκελο αρχείων mylibrarydata.




Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Από πού ερχόμαστε και πού πάμε;



Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι 'ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:

— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια* το θρό* που κάνουν τ' άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
— Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
— ... αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.
— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
— Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»
Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.

Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο* σε δικιά σου λεύτερη βούληση — αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι' αυτό δε μιλούσα.

Αλέξης Ζορμπάς, Νίκος Καζαντζάκης, απόσπασμα

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Τι είναι η αγάπη;

Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; …Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα. 


Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει. Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις.

Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη; …Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω : πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;…


Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το βιβλίο «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»....

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; Γιατί γίνηκε το σκολειό;




Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Η Δασκαλομάνα".
 

«Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας.

Είχε υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος.

Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί.

Είχε κάμει νέαν και πλούσιαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν, ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως», του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.

            «Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και που συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει;

Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος: Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακες και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τις αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των.

Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».
 Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός.

Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα.

Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες.

Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διαβόλοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

"Aυτό θα πει αρχοντιά: να συχωρνάς!"

«Εγώ, μην γελάσεις αφεντικό, φαντάζουμαι το Θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μόνο πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο. Κάθεται σε μαλακές προβιές χουζουρεμένα, κι η παράγκα του είναι ο ουρανός. Όχι από γκαζοτενεκέδες, σαν τη δικιά μας, παρά από σύννεφα. Κρατάει στο δεξό του χέρι όχι σπαθί, όχι ζυγαριά, αυτά τα εργαλεία είναι για τους φονιάδες και τους μπακάληδες· ο Θεός κρατά ένα μεγάλο σφουγγάρι σα σύννεφο της βροχής. Δεξά του η Παράδεισο, ζερβά του η Κόλαση. Έρχεται η κακομοίρα η ψυχή, τσίτσιδη, γιατί έχασε το κορμί της και τουρτουρίζει. Ο Θεός την κοιτάζει και γελάει κάτω από τα μουστάκια του· μα καμώνεται τον μπαμπούλα. 


«Έλα εδώ» της λέει, και χοντραίνει την φωνή του, «έλα εδώ, καταραμένη!» Και πιάνει την ανάκριση. Πέφτει η ψυχή στα πόδια του Θεού. «Αμάν! του φωνάζει: ήμαρτον!» Και δώστου, να λέει, να λέει τα κρίματά της. Λέει, λέει, δεν έχουν τελειωμό. Κι ο Θεός βαριέται, χασμουριέται.

«Σώπα πια, της φωνάζει, με ξεκούφανες!» Και φαπ! δίνει με το σφουγγάρι και σβήνει όλες τις αμαρτίες.

«Ξεκουμπίσου στην παράδεισο! της κάνει.

«Πέτρο, βαλ' την και τούτη μέσα την κακομοίρα!»

Γιατί θα πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, ο Θεός είναι άρχοντας μεγάλος· κι αυτό θα πει αρχοντιά: να συχωρνάς!"



Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ν.Καζαντζάκης